βοημικός


βοημικός
-ή, -ό
αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη Βοημία ή στους Βοημούς.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Τσεχία — Συνορεύει στα βόρεια με τη Γερμανία και την Πολωνία, στα νότια με τη Αυστρία και στα νοτιοανατολικά με τη Σλοβακία.Όταν διασπάστηκε η Τσεχοσλοβακία, στη Δημοκρατία της Τσεχίας παρέμειναν το ιστορικό βασίλειο της Βοημίας, η Μοραβία και τμήμα της… …   Dictionary of Greek

  • Βοημία — (τσέχ. Echy, γερμ. Βöhmen). Ιστορική γεωγραφική περιοχή (περ. 53.000 τ. χλμ.) της κεντρικής Ευρώπης, πρώην ανεξάρτητο βασίλειο, που σήμερα περιλαμβάνεται εξ ολοκλήρου στην Τσεχία (δυτική και κεντρική). Από μορφολογική άποψη, η περιοχή… …   Dictionary of Greek

  • Ευρώπη — I Μία από τις πέντε ηπείρους. Είναι το μικρότερο τμήμα του κόσμου μετά την Αυστραλία και την Ωκεανία. Από μία άποψη θα μπορούσε να θεωρηθεί το ακραίο δυτικό τμήμα της Ασίας, της οποίας αποτελεί τη φυσική προέκταση. Πράγματι, δεν υπάρχουν φυσικά… …   Dictionary of Greek

  • παραδοξίτης — (paradoxides). Γένος τριλόβιτων αρθρόποδων ζώων που έχει εκλείψει. Τα ζώα αυτά ανήκαν στην οικογένεια των μεσονακιδών. Αξιοσημείωτο είναι ότι τα πλευρά τους είχαν αγκάθια. Απολιθωμένα λείψανα βρέθηκαν μέσα στα στρώματα της μέσης κάμβριας… …   Dictionary of Greek

  • πόλκα — Χορός με γοργό δίσημο ρυθμό, ο οποίος χορεύεται από ζευγάρια, που κάνουν ένα βήμα σε κάθε τρία μουσικά μέτρα και ένα πήδημα στο τέταρτο. Παρουσιάστηκε στη Βοημία κατά το 1830 (και το όνομά του είναι τσεχικό) και πολύ γρήγορα εισέβαλε και στην… …   Dictionary of Greek

  • Αυστρία — I (Αστρον.). Αστεροειδής που επισημάνθηκε στις 18 Μαρτίου 1874. Το αστρικό φωτογραφικό του μέγεθος στη μέση αντίθεσή του είναι 13,1 και σε απόσταση μιας αστρονομικής μονάδας από τη Γη και 10,8 από τον Ήλιο. II Κράτος της κεντρικής… …   Dictionary of Greek

  • Αυστρία, Άνω — (Ober Österreich). Κρατίδιο (11.979τ. χλμ., 1.382.017 κάτ. το 2000) της Αυστριακής Δημοκρατίας, στα σύνορα με την Τσεχία και τη Γερμανία. Το τοπίο είναι κυρίως ορεινό στα Β (Βοημικός Δρυμός) και στα Ν (Προάλπεις του Σάλτσμπουργκ), με ελαφρές… …   Dictionary of Greek

  • Γερμανία — Επίσημη ονομασία: Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας Προηγούμενη ονομασία (1948 90): Γερμανική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία (ή Δυτική Γερμανία) & Γερμανική Λαϊκή Δημοκρατία) Έκταση: 357.021 τ.χλμ Πληθυσμός: 82.440.309 κάτ. (2000) Πρωτεύουσα:… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.